Κωνσταντίειος Σχολή Καλαμπάκας
Η λεγόμενη Κωνσταντίειος1 Σχολή Καλαμπάκας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τεκμήρια της τοπικής εκπαιδευτικής ιστορίας τού ύστερου 19ου αιώνα, άμεσα συνδεδεμένο με τη δράση και τη φυσιογνωμία του ηγουμένου της μονής του αγίου Στεφάνου Μετεώρων, Κωνστάντιου (Γεωργίου). Η ίδρυσή της τοποθετείται στα 1893, δηλαδή σε μια περίοδο κατά την οποία η περιοχή έχει ήδη ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος (1881) και διαμορφώνονται νέες συνθήκες για την οργάνωση της παιδείας. Το σχολείο ανεγέρθηκε με αποκλειστική δαπάνη του ίδιου του Κωνστάντιου και έφερε εξαρχής το όνομά του, γεγονός που αποτυπώνεται και στην ιδρυτική επιγραφή του κτηρίου: «ἐγένετο δαπάναις Κωνσταντίου Γεωργίου, ἡγουμένου μονῆς ἁγίου Στεφάνου, ἐν ἔτει 1893». Το οικοδόμημα αυτό διατηρήθηκε και χρησιμοποιήθηκε για εκπαιδευτικούς σκοπούς μέχρι σήμερα, στεγάζοντας στη νεότερη εποχή νηπιαγωγεία της πόλης.
Η ίδρυση της σχολής δεν υπήρξε ένα μεμονωμένο έργο, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη και συστηματική μέριμνα του Κωνστάντιου για την εκπαίδευση στην Καλαμπάκα και την ευρύτερη περιοχή των Σταγών. Ήδη από τη δεκαετία τού 1870, κατά την περίοδο της ηγουμενίας του στη μονή του αγίου Στεφάνου, είχε αναλάβει τη χρηματοδότηση της λειτουργίας της αλληλοδιδακτικής σχολής της πόλης, καθώς και την κάλυψη των αναγκών άπορων μαθητών. Σε επιστολή του προς τον Δωρόθεο Σχολάριο (22 Μαρτίου 1875) σημειώνει ρητά ότι η μονή του «ἀνέλαβε… τὴν ἀλληλοδιδακτικὴν σχολὴν καὶ τὴν προμήθειαν τῶν ἀπαιτουμένων εἰς τὴν σπουδὴν ὑπὲρ τῶν ἀπόρων μαθητῶν». Η παρέμβαση αυτή υπήρξε καθοριστική, καθώς την εποχή εκείνη τα σχολεία της Καλαμπάκας αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, και η συμβολή της μονής —μέσω του ηγουμένου της— εξασφάλισε τη συνέχιση της λειτουργίας τους.
Η ανέγερση της Κωνσταντίειας Σχολής το 1893 πρέπει να ιδωθεί και υπό το πρίσμα της προσωπικής διαδρομής του Κωνστάντιου. Μετά την πολύχρονη και επιτυχημένη ηγουμενία του (1847–1884), κατά την οποία αναδιοργάνωσε οικονομικά τη μονή, αύξησε την περιουσία της και προχώρησε σε σημαντικά οικοδομικά έργα, απομακρύνθηκε από το αξίωμά του ύστερα από συγκρούσεις με την εκκλησιαστική αρχή. Η στροφή του προς τη δημιουργία σχολείου στην ιδιαίτερη πατρίδα του φαίνεται ότι συνδέεται με την επιθυμία του να συνεχίσει την προσφορά του στον κοινωνικό και πνευματικό βίο, εκτός πλέον του μοναστηριακού πλαισίου. Η ίδρυση ενός αυτόνομου εκπαιδευτικού ιδρύματος, μάλιστα με προσωπική χρηματοδότηση, υποδηλώνει όχι μόνο οικονομική δυνατότητα αλλά και συνειδητή επιλογή επένδυσης στην παιδεία ως μέσου κοινωνικής προόδου.
Ως προς τη φυσιογνωμία του ίδιου του Κωνστάντιου, οι πηγές τον παρουσιάζουν ως προσωπικότητα με έντονα χαρακτηριστικά διοικητικής ικανότητας, μορφώσεως και κοινωνικής ευαισθησίας. Από τα χειρόγραφα της μονής προκύπτει ότι υπήρξε «ἄνθρωπος ἀκεραίου καὶ ἀνεξαρτήτου χαρακτῆρος» και αυστηρός τηρητής των εκκλησιαστικών θεσμών. Κατά τη διάρκεια της ηγουμενίας του αύξησε σημαντικά την ακίνητη περιουσία της μονής με αγορές κτημάτων και φρόντισε για την ανοικοδόμηση και ανακαίνιση κτηρίων, όπως η τράπεζα και άλλα συγκροτήματα (1857–1858). Παράλληλα, διατηρούσε σχέσεις με εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής, όπως ο επίσκοπος και παιδαγωγός Δωρόθεος Σχολάριος, ο οποίος εκτιμούσε ιδιαίτερα τη φιλομουσία και τη φιλοπατρία του.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η γενικότερη ευεργετική δράση του, που δεν περιορίστηκε στην Καλαμπάκα. Σύμφωνα με τις πηγές, διέθεσε σημαντικό χρηματικό ποσό —περί τις 80.000 χρυσές δραχμές— για την ανέγερση Γυμνασίου στα Τρίκαλα. Το γεγονός αυτό τον κατατάσσει μεταξύ των τοπικών ευεργετών τού 19ου αιώνα, οι οποίοι, ακολουθώντας ευρύτερα πρότυπα του ελληνικού χώρου, επένδυαν στην εκπαίδευση ως βασικό πυλώνα εθνικής και κοινωνικής συγκρότησης.
Συνολικά, η Κωνσταντίειος Σχολή δεν αποτελεί απλώς ένα σχολικό κτήριο, αλλά το απτό αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας παιδευτικής και κοινωνικής δράσης του Κωνστάντιου. Η ίδρυσή της συμπυκνώνει την εμπειρία του ως ηγουμένου, τη μέριμνά του για τη μόρφωση των νέων και τη βαθύτερη αντίληψή του για τον ρόλο της παιδείας στην πρόοδο της τοπικής κοινωνίας. Για τον λόγο αυτό, το έργο του μπορεί να ενταχθεί στο ευρύτερο φαινόμενο των εκκλησιαστικών και ιδιωτικών πρωτοβουλιών που συνέβαλαν καθοριστικά στη συγκρότηση της νεοελληνικής εκπαίδευσης κατά τον 19ο αιώνα.
Βιβλιογραφία
- Σπυρίδων Βλιώρας, Κωνστάντιος, ηγούμενος Αγίου Στεφάνου Μετεώρων, www.academia.edu/37053972, Καλαμπάκα ²2018, σελ. 14 (≈Μετέωρα, 1253 (27.07.2018) 26–27).
- Θωμάς Ζαρκάδας, «Ο ηγούμενος Κωνστάντιος του αγίου Στεφάνου των Μετεώρων (19ος αιώνας)», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 43 (2003) 123–125.
- Δημήτριος Καλούσιος, «Τρικαλινά Σύμμεικτα Ϛʹ», Τρικαλινά, 13 (1993) 171–225.
- Δημήτριος Σοφιανός, Τα χειρόγραφα των Μετεώρων, τ. Γʹ, Τα χειρόγραφα της μονής αγίου Στεφάνου, Αθήναι 1986, σελ. 485.
Υποσημειώσεις
-
1. «Είναι φανερό από την ανάγνωση των λεξικών που προηγήθηκε πως η ορθογραφημένη κατάληξη του επιθέτου γράφεται με –ει–: –ειος, μιας και πρόκειται για ανθρωπωνυμικό επίθετο, που παράγεται από όνομα προσώπου. Δεν είναι όμως κωνστάντειος η σωστή γραφή, αλλά κωνσταντίειος! Κωνστάντιος + –ειος… Η γραφή του επιθέτου κωνστάντειος μάς παραπέμπει στον Κώνστα ή Κώνσταντα, π.χ. στον Flavius Julius Constans Augustus, Ρωμαίο αυτοκράτορα από το 320 ως το 350 μ.Χ. Επειδή ο Κωνστάντιος έχει –ι– πριν την κατάληξη, πρέπει να γράψουμε κωνσταντίειος!». Σπυρίδων Βλιώρας, «Κωνστάντιος, ηγούμενος αγίου Στεφάνου Μετεώρων», εφ. Τα Μετέωρα, 1253 (27.07.2018) 26–27.