Σαμᾶρκο1

Ἕτερον σχῆμα ὑβριστικόν, ἀλλὰ μὴ ἔχον αἰσχρὰν σημασίαν, εἶναι ἡ ἐπίδειξις τοῦ ἀντίχειρος καὶ τοῦ δείκτου τῆς δεξιᾶς, τῶν ἄλλων δακτύλων συγκεκλεισμένων, τὸ λεγόμενον σαμᾶρκο2 καὶ ἐνιαχοῦ σαμᾶρκα,3 καὶ κατὰ μετάθεσιν τοῦ ρ σαρμᾶκο,4 εἰς τὰ Τσουμέρκα δὲ καὶ ντζιάπα (λέξις τουρκική: δωρεάν). Τὸ σχῆμα τοῦτο κάμνουν πρὸς τοὺς κύνας ἐπιλέγοντες: κάμε σαμᾶρκο, ὑποβάλλοντες δι’ αὐτοῦ, ὅπως χασμηθῶσιν·5 πρὸς ὕβριν δὲ καὶ εἰς ἀνθρώπους ἀφομοιοῦντες αὐτοὺς τρόπον τινὰ πρὸς κύνας.

Εἰς τὰ Τσουμέρκα συνοδεύουσι τὴν χειρονομίαν διὰ τῆς φράσεως «Νά σου!». Ἐν Ἀβίᾳ δὲ τὰ παιδία παίζοντα προτείνουσι τὸ ἓν εἰς τὸ ἄλλο νὰ κάμῃ σαρμᾶκο, δηλαδή ν’ ἀνοίξῃ πλατὺ τὸ στόμα. Η τοιαύτη πρότασις εἶναί πως χλευαστικὴ καὶ ἐξευτελιστική, γίνεται δέ, ὅταν παιδίον προβάλῃ ἰσχυρισμοὺς ἀπιθάνους καὶ ψευδεῖς ἢ ἀπαιτήσεις ἀνεκπληρώτους. Τότε ὁ ἄλλος τοῦ ἀπαντᾶ: Μωρέ, τί λές; Γιὰ κάμε σαρμᾶκο! ἢ Κάμε πρῶτα σαρμᾶκο.»6

«Ἐννοεῖται ὅτι οὐδέποτε ὑπερήφανον παιδίον δέχεται τὴν ταπείνωσιν τοῦ σαρμάκου (Σ. Β. Κουγέας).

Ὁ B. Schmidt εἰκάζει ὅτι τὸ σαμᾶρκο εἶναι παραφθορὰ ὑποθετικοῦ οὐδετέρου τύπου (σαμάριχον) τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς λέξεως σαμαρίχη,7 σημαινούσης τὸ τῆς γυναικός αἰδοῖον.8 Ἀλλ’ οὔτε πρὸς τὴν ἀρχαίαν ἑλληνικὴν ἔχει τὶ κοινὸν τὸ ὄνομα οὔτε ἐμφαίνει τὸ σχῆμα ἄσεμνον ἔννοιαν, ὡς εἴπομεν. Ἐλήφθη δ᾽ ἡ λέξις ἐκ τοῦ ἰταλικοῦ San Marco, τοῦ κοινοῦ ὀνόματος τοῦ ἐμβλήματος τῆς βενετικῆς πολιτείας, ἤτοι τοῦ πολλάκις μὲ χαῖνον τὸ στόμα ἀπεικονιζομένου λέοντος τοῦ ἁγίου Μάρκου. Ἦτο δὲ γνωστότατον τὸ ἔμβλημα εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ τῆς βενετοκρατίας καὶ ἀπ᾿ αὐτῆς ὕστερον τῆς τουρκοκρατίας, διότι εἰς πολλά φρούρια, τὰ ὁποῖα ἔκτισαν ἢ κατεῖχον ποτέ Βενετοί, διετηροῦντο ἐντετειχισμέναι πλάκες ἀνάγλυφον ἔχουσαι αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῶν προξενείων τῆς βενετικῆς πολιτείας εἰς πολλὰς τουρκοκρατουμένας ἑλληνικὰς πόλεις τὸ ἔβλεπον καθημέραν. Ἐπιδεικνύοντες λοιπὸν εἰς τοὺς κύνας τοὺς δύο δακτύλους ἀνοικτοὺς καὶ ἐπιλέγοντες «κάμε σαμᾶρκο» παρακελεύουσιν αὐτοὺς νὰ μιμηθῶσι τὸν λέοντα τοῦ ἁγίου Μάρκου εἰς τὸ ἄνοιγμα τοῦ στόματος. Εἶναι δὲ οἰκειοτάτη ἀνέκαθεν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ἡ ἐξομοίωσις τοῦ ἀνοίγματος τοῦ ἀντίχειρος καὶ τοῦ δείκτου πρὸς τὸ χάσμημα τοῦ κυνός. Τὸ διάστημα ἀπὸ τοῦ ἄκρου ἀντίχειρος μέχρι τοῦ ἄκρου δείκτου ἐκτεταμένων λαμβάνεται καὶ ὡς μέτρον, τὸ δ᾽ ἐκ τούτου κοινότερον μετρητικὸν ὄνομα εἶναι φουρκὶ ἀπὸ τοῦ λατινικὸν furca. Ἐνιαχοῦ τῆς Μακεδονίας λέγεται καὶ δίμοιρο (ἀρχαῖον δίμοιρον, τὸ ἥμισυ τῆς παλάμης), ἀλλ᾽ ἐν τῇ νοτίῳ Μακεδονίᾳ, ἰδίως ἐν Πιερίᾳ καὶ παλαιότερον ἐν Θεσσαλονίκη, ὀνομάζεται κυκνόστομα ἢ κυνόστομο,9 ἐν Θήρᾳ δ᾽ ἀγκυνόστομο.10 Ὅτι τὸ κυνόστομον εἶναι ἀρχαία ἑλληνικὴ λέξις εἶναι προφανές· παρὰ τῷ Ἥρωνι τῷ Ἀλεξανδρεῖ (ἐν Anal. Benedict., σελ. 309) ἔκειτο: «Λιχὰς δὲ λέγεται τὸ τῶν δύο δακτύλων ἄνοιγμα, τοῦ ἀντίχειρος λέγω καὶ τοῦ λιχανοῦ. Τοῦτο καὶ κοινόστομον λέγουσί τινες». Ἀλλ’ ὁ Κοραῆς εὐστόχως διώρθωσε κυνόστομον, παραδεχθέντες δὲ τὴν διόρθωσιν κατεχώρισαν τὴν λέξιν εἰς τὸν Θησαυρὸν τοῦ Ερρίκου Στεφάνου οἱ Παρισινοὶ ἐκδόται.»11

Υποσημειώσεις

1 Πολίτης 1975 (σύμμεικτα): Νικόλαος Πολίτης, Λαογραφικά σύμμεικτα, τ. βʹ, εκδ. Ακαδημία Αθηνών. Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Αθήνα ²1975, σελ. 469.

2 «2. Ήπειρος, Θεσσαλία, Κάρυστος (Λ.Λ.). Ἀράχοβα Παρνασσίδος (Schmidt, a. 589). Μεσολόγγιον (κατ᾿ ἀνακοίνωσιν Κ. Παλαμᾶ). Τσουμέρκα Ηπείρου (κατ' ἀνακοίνωσιν Χρ. Ν. Λαμπράκη). Πῶλος Μαγνησίας (κατ᾿ ἀνακοίνωσιν Κ. Τοπάλη).»

3 «3. Σάμος (Ν. Ι. Ζαφειρίου, Περί τῆς συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, Ἀθῆναι 1914, σ. 89).»

4 «4. Κυνουρία (κατ᾿ ἀνακοίνωσιν Κ. Ῥωμαίου). Ἀβία τῆς Λακωνικῆς (κατ’ ἀνακοίνωσιν Σ. Β. Κουγέα). Μεσσηνία.»

5 «5. Ήπειρος. Θεσσαλία. Τσουμέρκα. Βόλος. Μεσολόγγιον. Μεσσηνία. Ἀβία. Κυνουρία. Σάμος (κάμι συμᾶρκα).»

6 Πολίτης 1975 (σύμμεικτα), 441.

7 Σ.Σ.: «Σαμαρίχη, τὸ τῆς γυναικὸς αἰδοῖον.» Theognostus Gramm., Canones sive De orthographia (“Anecdota Graeca e codd. manuscriptis bibliothecarum Oxoniensium, vol. 2”, Ed. Cramer, J.A. Oxford: Oxford University Press, 1835, Repr. 1963), 717, 5.

8 «1. Θεογνώστου, Κανόνες 717, ἐν Cramer, Anecd. gr. Oxon. II 118.»

9 «2. Λαογραφία, 1910, Βʹ, σ. 481. Πέτρος Παπαγεωργίου, ἐν Ἀθηνᾶ, 1911, κγʹ, σελ. 92–93.»

10 «3. Πεταλᾶ, Ιδιωτικόν, σελ. 4. Ὅτι εἶναι παραφθορὰ τοῦ κυνόστομον παρετήρησε καὶ ὁ Παπαγεωργίου, ἔνθ’ ἀν.»

11 Πολίτης 1975 (σύμμεικτα), 442.